ερεθισμός
ουσιαστικό1. Φυσιολογική διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία ένα εξωτερικό ή εσωτερικό ερέθισμα ενεργοποιεί αισθητικούς ή νευρικούς υποδοχείς και προκαλεί αντίδραση ή απάντηση του οργανισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ερεθισμός των νεύρων προκαλεί αίσθηση πόνου ή μυρμηγκιάσματος.
- Ο γιατρός εξήγησε τους λόγους του ερεθισμού του δέρματος.
- Το χημικό προκάλεσε ερεθισμό στα μάτια.
- Η παρατεταμένη έλλειψη ύπνου οδηγεί σε έντονο ερεθισμό.
- Ο ηλεκτρικός ερεθισμός του μυός χρησιμοποιείται στη φυσιοθεραπεία.