επιτυχημένος
επίθετο1. Που επιτυγχάνει τους επιδιωκόμενους στόχους ή παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα σε δραστηριότητα, έργο ή προσπάθεια.
2. Που απολαμβάνει αναγνώριση ή θετική αξιολόγηση ως συνέπεια των επιτευγμάτων του.
Συνώνυμα
πετυχημένος επιτυχής αποτελεσματικός καταξιωμένος θριαμβευτικός αποδοτικός κερδοφόρος επικερδής παραγωγικός άριστος κορυφαίος διάσημος δημοφιλής λαμπρός επιφανής τυχερός διακεκριμένος τέλειος υποδειγματικός ικανός
Αντώνυμα
αποτυχημένος αποτυχής ανεπιτυχής απογοητευτικός τελειωμένος άστοχος ατυχής αναποτελεσματικός άτυχος ατελέσφορος άκαρπος τραγικός ζημιογόνος καταστροφικός χρεοκοπημένος κακομοίρης ανίκανος προβληματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας μοιράστηκε τις εμπειρίες του.
- Η ομάδα ευχαρίστησε την επιτυχημένη αθλήτρια για τη νίκη.
- Το έργο αποδείχθηκε επιτυχημένο και πήρε χρηματοδότηση.
- Οι επιτυχημένοι μαθητές έλαβαν υποτροφίες.
- Η καμπάνια θεωρείται επιτυχημένη λόγω της μεγάλης απήχησης.