επιζώ
ρήμα1. Συνεχίζω να ζω ή να υπάρχω μετά από κίνδυνο, ατύχημα, ασθένεια ή καταστροφή που απειλούσε τη ζωή.
2. Διατηρώ την ύπαρξη ή τη λειτουργία μου παρά τις δυσμενείς συνθήκες ή μετά την εξαφάνιση ή τη μείωση άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το ατύχημα, ακόμη επιζώ και παλεύω να ανακτήσω τη φυσική μου κατάσταση.
- Παρά τη σοβαρή διάγνωση, επιζώ και πηγαίνω σε θεραπείες κάθε εβδομάδα.
- Με δύο δουλειές και αυστηρό προϋπολογισμό, επιζώ από μήνα σε μήνα.
- Μετά τον χωρισμό, επιζώ αλλά νιώθω πως κάθε μέρα είναι δύσκολη.
- Μέσα από το έργο μου, επιζώ στη μνήμη των ανθρώπων που άγγιξα.