επιβάτης
ουσιαστικό1. Άτομο που ταξιδεύει ή μεταφέρεται πάνω σε μέσο μεταφοράς (π.χ. πλοίο, αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο, αυτοκίνητο) χωρίς να οδηγεί ή να χειρίζεται το μέσο.
Συνώνυμα
επιβάτης επιβάτις επιβάτιδα επιβάτισσα επιβαίνων συνεπιβάτης συνταξιδιώτης ταξιδιώτης συνοδός οδοιπόρος περιηγητής λαθρεπιβάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιβάτης έδειξε το εισιτήριό του στον οδηγό πριν επιβιβαστεί.
- Κάθε επιβάτης οφείλει να τηρεί τους κανόνες ασφαλείας.
- Οι επιβάτες του πλοίου θα αποβιβαστούν σε λίγα λεπτά.
- Μετά το τροχαίο, ένας επιβάτης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
- Σε αυτή τη συνάντηση αισθάνομαι απλός επιβάτης, χωρίς ενεργό ρόλο στη συζήτηση.