επαληθευμένος
επίθετο1. Που έχει υποβληθεί σε έλεγχο ή δοκιμή και διαπιστώθηκε ότι τα χαρακτηριστικά, τα στοιχεία ή οι πληροφορίες του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή στις απαιτήσεις.
Συνώνυμα
επιβεβαιωμένος βεβαιωμένος πιστοποιημένος επικυρωμένος εξακριβωμένος διαπιστωμένος δοκιμασμένος ελεγχμένος ελεγχθείς διασταυρωμένος τεκμηριωμένος αποδεδειγμένος αποδειγμένος εγκεκριμένος αναγνωρισμένος τσεκαρισμένος αληθινός ελεγχόμενος εγγυημένος
Αντώνυμα
ανεπιβεβαίωτος ανεπαλήθευτος αδιασταύρωτος ατεκμηρίωτος αναπόδεικτος αβέβαιος αναξιόπιστος άκυρος δήθεν πλαστός αβάσιμος ανυπόστατος επινοημένος υποθετικός ψευδής άγνωστος απροσδιόριστος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λογαριασμός είναι επαληθευμένος.
- Ο χρήστης εμφανίζεται ως επαληθευμένος στην πλατφόρμα.
- Ο ισχυρισμός κρίθηκε επαληθευμένος μετά τις επαναλήψεις των δοκιμών.
- Ο κωδικός πρόσβασης δεν ήταν επαληθευμένος, γι' αυτό αποκλείστηκε η πρόσβαση.
- Ο φάκελος ελέγχθηκε και χαρακτηρίστηκε επαληθευμένος από την επιτροπή.