επίδραση

ουσιαστικό

1. Αλλαγή ή αποτέλεσμα που προκαλείται σε ένα αντικείμενο, φαινόμενο ή σύστημα εξαιτίας της δράσης κάποιας αιτίας ή παράγοντα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επίδραση του δασκάλου στην πρόοδο των μαθητών είναι καθοριστική.
  • Η επίδραση της ρύπανσης στο οικοσύστημα γίνεται αισθητή κάθε χρόνο.
  • Το φάρμακο προκάλεσε ανεπιθύμητη επίδραση στον ύπνο της ασθενούς.
  • Η επίδραση της οικονομικής πολιτικής έγινε αισθητή στις τιμές και στην απασχόληση.
  • Η σκοτεινή μουσική είχε έντονη επίδραση στη διάθεση των θεατών.
  • Μικρές αλλαγές στο κείμενο μπορούν να έχουν σημαντική επίδραση στο νόημα.