εξωγενής
επίθετο1. Που προέρχεται από το εξωτερικό ή από εξωτερική πηγή και επηρεάζει, εισάγεται ή επιδρά σε ένα σύστημα, οργανισμό ή διαδικασία.
2. Που οφείλεται σε παράγοντες έξω από το εξεταζόμενο πλαίσιο και δεν είναι εγγενές ή αυτόχθονο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι εξωγενείς παράγοντες επηρέασαν την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας.
- Το ατύχημα προκλήθηκε από εξωγενές αίτιο και όχι από εσωτερική βλάβη.
- Η σκόνη θεωρήθηκε εξωγενής και δεν προήλθε από το εργαστήριο.
- Η εισαγωγή εξωγενών γονιδίων άλλαξε το γενετικό προφίλ του οργανισμού.
- Οι αναλυτές μίλησαν για ένα εξωγενές σοκ στην αγορά.