εξομολόγηση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή διαδικασία κατά την οποία ένα πρόσωπο αποκαλύπτει σε ιερέα ή σε άλλο πρόσωπο εμπιστοσύνης τα αμαρτήματα, τα λάθη ή τις ηθικές παραβάσεις του, συχνά με σκοπό τη μετάνοια, την άφεση ή την πνευματική καθοδήγηση.
Συνώνυμα
ομολογία ομολόγηση παραδοχή αποκάλυψη κατάθεση εξωτερίκευση ξεγύμνωμα ξεβράκωμα ξεσκέπασμα συνέντευξη δήλωση μαρτυρία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε εξομολόγηση στον ιερέα πριν το Πάσχα.
- Η εξομολόγηση των αισθημάτων της του άλλαξε τη ζωή.
- Η εξομολόγηση του υπόπτου επιβεβαίωσε τις υποψίες της αστυνομίας.
- Στο γκρουπ υποστήριξης, η εξομολόγηση βοηθά τους συμμετέχοντες να απελευθερωθούν.
- Στο βιβλίο, η εξομολόγηση του ήρωα αποκαλύπτει την εσωτερική του πάλη.