εξομολογούμαι
ρήμα1. Αποκαλύπτω σε κάποιον προσωπικά, εσωτερικά ή κρυφά γεγονότα, σκέψεις ή συναισθήματα, ζητώντας κατανόηση ή υποστήριξη.
2. Ομολογώ σε πνευματικό πατέρα ή ιερέα τα αμαρτήματα ή τις παραβάσεις μου, ζητώντας εξομολόγηση και άφεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην εκκλησία εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου πριν το Πάσχα.
- Τελικά εξομολογούμαι στην Άννα ότι την αγαπώ.
- Στον ψυχολόγο εξομολογούμαι τις φοβίες και τις ανασφάλειές μου.
- Όταν νιώθω τύψεις, εξομολογούμαι ότι έκανα λάθος και ζητώ συγγνώμη.
- Τη νύχτα εξομολογούμαι τα μυστικά μου στο ημερολόγιο.