εξασφαλισμένος
επίθετο1. Που έχει καταστεί ασφαλής ή προστατευμένος από κίνδυνο, απειλή ή απώλεια.
2. Που έχει εξασφαλιστεί η απαραίτητη στήριξη, οι πόροι ή οι εγγυήσεις για την ικανοποίηση αναγκών, τη διατήρηση θέσης ή την επιτυχή έκβαση κάποιας κατάστασης.
Συνώνυμα
εγγυημένος διασφαλισμένος ασφαλισμένος καλυμμένος προστατευμένος βεβαιωμένος τακτοποιημένος ευκατάστατος βολεμένος ασφαλής μόνιμος προετοιμασμένος θωρακισμένος σφαλισμένος βέβαιος διαβεβαιωμένος σταθεροποιημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας μου είναι εξασφαλισμένος οικονομικά για το μέλλον.
- Η θέση στο πανεπιστήμιο είναι εξασφαλισμένη μετά τις εξετάσεις.
- Το δάνειο είναι εξασφαλισμένο με ενέχυρο το σπίτι.
- Οι εργαζόμενοι αισθάνονται εξασφαλισμένοι με τις νέες συμβάσεις.
- Οι συντάξεις θεωρούνται εξασφαλισμένες από το κράτος.