εξαναγκάζω
ρήμα1. Επιβάλλω σε κάποιον να πράξει ή να υποστεί κάτι με χρήση βίας, πίεσης, απειλών ή άλλων μέσων καταναγκασμού, ώστε να ενεργήσει αντίθετα προς τη θέλησή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον εξαναγκάζω να ζητήσει συγγνώμη για το λάθος του.
- Συχνά εξαναγκάζω τον εαυτό μου να συνεχίσω παρά την κούραση.
- Με την πίεση του χρόνου, εξαναγκάζω την ομάδα να επιταχύνει τη δουλειά.
- Όταν εξαναγκάζω κάποιον, προσπαθώ να εξηγήσω και τους λόγους.
- Μερικές φορές εξαναγκάζω τους συνεργάτες μου να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.
- Δεν θέλω να εξαναγκάζω κανέναν, αλλά κάποιες καταστάσεις το απαιτούν.