ενεργητικότητα

ουσιαστικό

Η ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται υψηλός βαθμός δραστηριότητας, κινητικότητας και ικανότητας για δράση, καθώς και η συνολική ποσότητα ενέργειας ή ζωτικότητας που διαθέτει ή εκδηλώνει ένα άτομο, οργανισμός, σύστημα ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ενεργητικότητα των παιδιών στο σχολείο ήταν εμφανής από το πρώτο μάθημα.
  • Η ενεργητικότητα του προσωπικού συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγικότητας.
  • Θα χρειαστούμε περισσότερη ενεργητικότητα για να ολοκληρώσουμε το έργο εγκαίρως.
  • Οι μετρήσεις έδειξαν υψηλή ενεργητικότητα του νέου καταλύτη σε θερμοκρασία δωματίου.
  • Η ενεργητικότητα στις συνεδριάσεις του συλλόγου τόνωσε το ενδιαφέρον των μελών.