ελπιδοφόρος

επίθετο

1. Που προκαλεί ή τροφοδοτεί αισθήματα ελπίδας για θετική εξέλιξη ή επιτυχία.

2. Που δείχνει σημάδια ότι κάτι μπορεί να εξελιχθεί ευνοϊκά.

Συνώνυμα

υποσχόμενος ευοίωνος ενθαρρυντικός αισιόδοξος ταλαντούχος χαρμόσυνος αναζωογονητικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νέος επιστήμονας φαίνεται ελπιδοφόρος.
  • Η ανακάλυψη έδωσε ελπιδοφόρα σημάδια για τη θεραπεία.
  • Οι πρώτες δοκιμές ήταν ελπιδοφόρες.
  • Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ελπιδοφόρο.
  • Τα νέα μέτρα δημιούργησαν ελπιδοφόρες προοπτικές για την οικονομία.