ελλιπώς

επίρρημα

1. Με τρόπο που δεν καλύπτει ή δεν ολοκληρώνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, στάδια ή λεπτομέρειες μιας ενέργειας, εργασίας ή πληροφορίας.

2. Με τρόπο που αφήνει κενά ή παραλείψεις στην εκτέλεση, την παρουσίαση ή την τεκμηρίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έκθεση υποβλήθηκε ελλιπώς και απαιτούνται διευκρινίσεις.
  • Ο υποψήφιος απαντούσε ελλιπώς στις ερωτήσεις της συνέντευξης.
  • Οι οδηγίες δόθηκαν ελλιπώς, με αποτέλεσμα να υπάρξουν λάθη στην εκτέλεση.
  • Το σύστημα ήταν ελλιπώς προστατευμένο και υπέστη παραβίαση.
  • Η έρευνα καλύπτει το θέμα ελλιπώς, επομένως χρειάζονται πρόσθετες μελέτες.
  • Τα στοιχεία καταγράφηκαν ελλιπώς, οπότε δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα.