ελαστικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ενός σώματος ή υλικού να παραμορφώνεται όταν ασκείται πάνω του δύναμη και να επανέρχεται, εν μέρει ή πλήρως, στο αρχικό του σχήμα όταν πάψει η δύναμη.
Συνώνυμα
ευκαμψία ευκαμψοτητα πλαστικότητα ευπλαστότητα επιείκεια δεκτικότητα διαλλακτικότητα υποχωρητικότητα ανθεκτικότητα χαλαρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λάστιχο έχει μεγάλη ελαστικότητα και επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα.
- Η ελαστικότητα της ζήτησης δείχνει πόσο αλλάζει η κατανάλωση όταν αλλάζει η τιμή.
- Το ύφασμα αυτό ξεχωρίζει για την ελαστικότητα και την άνεσή του.
- Στη δουλειά μου χρειάζεται λίγη ελαστικότητα στο ωράριο.
- Η ελαστικότητα των αρθρώσεων μειώνεται συχνά με την ηλικία.