εκπλήσσω

ρήμα

1. Προκαλώ έντονο αίσθημα έκπληξης ή θαυμασμού σε κάποιον μέσω πράξης, λόγου ή γεγονότος.

2. Δρω ή ενεργώ με τρόπο απρόσμενο, ώστε να προκαλέσω ξαφνική αντίδραση ή προσωρινή αμηχανία.

Συνώνυμα

ξαφνιάζω αιφνιδιάζω καταπλήσσω αποσβολώνω εκθαμβώνω σοκάρω συγκλονίζω εντυπωσιάζω θαμπώνω παγώνω θαυμάζω αφοπλίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συχνά εκπλήσσω τους φίλους μου με απρόσμενα δώρα.
  • Κάθε φορά που παρουσιάζω τα έργα μου, εκπλήσσω τους κριτικούς με την τεχνική μου.
  • Μερικές φορές εκπλήσσω και τον ίδιο μου τον εαυτό.
  • Σπάνια εκπλήσσω τους δασκάλους μου αρνητικά, αλλά όταν συμβαίνει, είναι έντονο.
  • Με τις απροσδόκητες απαντήσεις μου εκπλήσσω την παρέα στο τραπέζι.