εκπαιδευμένος

επίθετο

1. Που έχει λάβει εκπαίδευση ή κατάρτιση σε συγκεκριμένο αντικείμενο, επάγγελμα ή δεξιότητα.

2. Που έχει εξοικειωθεί με την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών μέσω πρακτικής άσκησης και διαθέτει επάρκεια ή εμπειρία.

Συνώνυμα

καταρτισμένος εκπαιδευθείς εξασκημένος προπονημένος ειδικευμένος επιμορφωμένος διδασμένος εξειδικευμένος διαβασμένος ειδήμων μορφωμένος έμπειρος πεπειραμένος εξοικειωμένος πειθαρχημένος γυμνασμένος καθοδηγημένος προετοιμασμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός είναι εκπαιδευμένος στη διάγνωση σπάνιων ασθενειών.
  • Ο σκύλος της οικογένειας είναι εκπαιδευμένος να κάθεται όταν τον καλούν.
  • Το εκπαιδευμένο μοντέλο προβλέπει την κατηγορία με υψηλή ακρίβεια.
  • Οι πυροσβέστες είναι εκπαιδευμένοι να εκκενώνουν κτίρια γρήγορα.
  • Η πιανίστρια είναι εκπαιδευμένη στην εκτέλεση σύνθετων κομματιών.