εγκαταλελειμμένος
επίθετο1. Που έχει εγκαταλειφθεί από κατοίκους ή φροντιστές και μένει χωρίς χρήση ή επιτήρηση.
2. Που εμφανίζει ζημιές ή φθορές λόγω έλλειψης συντήρησης και φροντίδας.
3. Που παρουσιάζεται ή νιώθει χωρίς στήριξη, φροντίδα ή συναισθηματική υποστήριξη.
Συνώνυμα
παρατημένος παραμελημένος ερημωμένος ακατοίκητος ερειπωμένος πεταμένος ξεχασμένος αφημένος απομονωμένος απροστάτευτος παροπλισμένος κενός ατημέλητος ερημικός ταλαίπωρος παραπεταμένος ορφανός αβοήθητος χαμένος άδειος απελπισμένος ολομόναχος
Αντώνυμα
κατοικημένος συντηρημένος φροντισμένος προστατευμένος περιποιημένος κατοικήσιμος ενοικιασμένος υιοθετημένος φιλοξενούμενος ασφαλής λειτουργικός ζωντανός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκαταλελειμμένος ναός κρύβει ιστορίες παλιών καιρών.
- Ο εγκαταλελειμμένος σκύλος περιπλανιόταν στους δρόμους της πόλης.
- Ο εγκαταλελειμμένος χώρος απέναντι από το σχολείο έχει γεμίσει σκουπίδια.
- Ο μαθητής ένιωσε εγκαταλελειμμένος όταν κανείς δεν τον στήριξε.
- Ο εγκαταλελειμμένος σχεδιασμός του έργου προκάλεσε καθυστερήσεις.