δυσπραγία

ουσιαστικό

Δύσκολη οικονομική ή πρακτική κατάσταση, κατά την οποία κάποιος ή κάτι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες ή τις υποχρεώσεις του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικονομική δυσπραγία της οικογένειας έγινε αισθητή όταν δυσκολεύτηκαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς.
  • Η επιχείρηση πέρασε περίοδο δυσπραγίας λόγω της πτώσης των πωλήσεων.
  • Παρά τη γενική δυσπραγία, κατάφεραν να στηρίξουν ο ένας τον άλλον.
  • Η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρή δυσπραγία μετά την κρίση.
  • Οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται σε έντονη δυσπραγία εξαιτίας των αυξημένων εξόδων.