δολοφονώ
ρήμα1. Προκαλώ με πρόθεση την απώλεια της ζωής ενός άλλου προσώπου μέσω πράξης που αποβλέπει στην εξόντωσή του, συνήθως παράνομα.
2. Μεταφορικά, προκαλώ σοβαρή καταστροφή της υπόληψης, της ασφάλειας ή της κοινωνικής θέσης κάποιου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου φώναξε: «Εγώ δολοφονώ όποιον με προδίδει!»
- Αναγκάστηκε να παραδεχτεί: «δολοφονώ όταν χάνω τον έλεγχο».
- Με την αμέλειά μου δολοφονώ τις επαγγελματικές μου προοπτικές.
- Στο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο ύποπτος ψιθύρισε: «δολοφονώ για εκδίκηση».
- Στη μαρτυρία, ακούστηκε καθαρά η λέξη «δολοφονώ».