δικαιούχος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο ή νομική οντότητα που έχει νόμιμο δικαίωμα να λάβει παροχή, όφελος ή αποζημίωση βάσει νόμου, σύμβασης ή άλλης ρύθμισης.

Συνώνυμα

ωφελούμενος ωφελημένος επωφελούμενος λήπτης παραλήπτης αποδέκτης οφελημένος ιδιοκτήτης δέκτης χρήστης κάτοχος επιδοτούμενος ευεργετημένος κερδισμένος διεκδικητής κληρονόμος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δικαιούχος του επιδόματος προσκόμισε τα απαιτούμενα έγγραφα.
  • Η δικαιούχος της ασφάλειας ζωής επικοινώνησε με τον ασφαλιστή.
  • Οι δικαιούχοι του προγράμματος θα λάβουν χρηματοδότηση σε δύο δόσεις.
  • Ο τραπεζικός λογαριασμός ανήκει στον δικαιούχο που δηλώθηκε στο έντυπο.
  • Σε περίπτωση θανάτου, ο δικαιούχος της κληρονομιάς πρέπει να αποδείξει τη σχέση του.