δικαιολόγηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα παροχής λόγων, επιχειρημάτων ή στοιχείων που αποσκοπούν στην απόδειξη της ορθότητας, της νομιμότητας ή της επιτρεπτότητας μιας πράξης, θέσης ή ισχυρισμού.
Συνώνυμα
αιτιολόγηση δικαιολογία τεκμηρίωση επιχείρημα εξήγηση απολογία υπεράσπιση θεμελίωση δικαίωση αιτιολόγημα αιτιολογία επιχειρηματολογία υποστήριξη προφάσισμα παραμύθι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δικαιολόγηση της απουσίας του μαθητή απαιτεί ιατρικό σημείωμα.
- Ζήτησε δικαιολόγηση για τα έξοδα πριν προχωρήσει η πληρωμή.
- Η δικαιολόγηση της απόφασης από το δικαστήριο ήταν σαφής και τεκμηριωμένη.
- Πρέπει να δώσει μια πειστική δικαιολόγηση για την αλλαγή της μεθόδου στην εργασία του.
- Η δικαιολόγηση του κειμένου στο πρόγραμμα επεξεργασίας έγινε αυτόματα.