διαγωνιζόμενος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό ή αγώνα με σκοπό την απόκτηση βραβείου, διάκρισης, θέσης ή άλλου οφέλους.
Συνώνυμα
ανταγωνιστής ανταγωνιζόμενος αντίπαλος συμμετέχων διεκδικητής υποψήφιος συναγωνιστής παίκτης παίχτης αθλητής μαχητής
Αντώνυμα
κριτής διαιτητής θεατής παρατηρητής αξιολογητής διοργανωτής παρουσιαστής σχολιαστής υποστηρικτής οπαδός
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε διαγωνιζόμενος πήρε το θέμα του και άρχισε να γράφει.
- Η επιτροπή ανακοίνωσε ότι ο πρώτος διαγωνιζόμενος πέρασε στον επόμενο γύρο.
- Οι διαγωνιζόμενοι περίμεναν έξω από την αίθουσα μέχρι να ξεκινήσει η εξέταση.
- Για να είναι δίκαιη η διαδικασία, κάθε διαγωνιζόμενος είχε τον ίδιο χρόνο στη διάθεσή του.
- Η διαγωνιζόμενη συγκέντρωσε την προσοχή όλων με την ερμηνεία της.
- Στον τελικό θα συμμετάσχουν δέκα διαγωνιζόμενοι και έξι διαγωνιζόμενες.