διαβούλευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ανταλλαγής απόψεων και συζήτησης μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή φορέων με σκοπό τη λήψη απόφασης, τη διαμόρφωση πολιτικής ή την επίτευξη συμφωνίας.
Συνώνυμα
συζήτηση διάλογος κουβέντα διαπραγμάτευση συνεννόηση συνεδρίαση γνωμοδότηση συνδιαλλαγή σύσκεψη συνδιάσκεψη συνέλευση διαλεκτική παζάρι κουβεντούλα συμβούλιο συμβουλευτική φόρουμ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαβούλευση με τους κατοίκους για τα τεχνικά έργα κράτησε πάνω από τρεις ώρες.
- Ο διευθυντής ζήτησε διαβούλευση από την ομάδα πριν ληφθεί η τελική απόφαση.
- Στο νοσοκομείο ο ασθενής είχε διαβούλευση με τον ειδικό καρδιολόγο για τη θεραπεία.
- Η δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το νομοσχέδιο θα παραμείνει ανοιχτή δέκα ημέρες.
- Πραγματοποιήθηκε στενή διαβούλευση μεταξύ των υπουργείων για το κοινό σχέδιο δράσης.