διαβιώνω
ρήμα1. Παραμένει και περνά τον βίο του σε έναν τόπο ή σε ένα συγκεκριμένο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον.
2. Διεκπεραιώνει την καθημερινή του ύπαρξη υπό ορισμένες συνθήκες, προσδιορίζοντας τον τρόπο και την ποιότητα της ζωής του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τότε που μετακόμισα στην επαρχία, διαβιώνω πιο ήρεμα.
- Με τις χαμηλές αποδοχές μου, διαβιώνω με πολλές δυσκολίες.
- Καθημερινά διαβιώνω με το άγχος της αβεβαιότητας για το μέλλον.
- Στο πατρικό μου σπίτι διαβιώνω μαζί με τους γονείς μου.
- Παρά τις δυσκολίες, διαβιώνω και προσπαθώ να προσαρμόζομαι.