διαβίωση

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση, οι συνθήκες και ο τρόπος με τον οποίο ζει ένα άτομο ή μια ομάδα, περιλαμβάνοντας τις καθημερινές συνήθειες, το επίπεδο διαβίωσης και το περιβάλλον διαμονής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαβίωση στην πόλη προσφέρει πολλές ευκαιρίες αλλά και άγχος.
  • Για πολλούς αγρότες, η διαβίωση εξαρτάται από την ετήσια σοδειά.
  • Η διαβίωση σε απομακρυσμένες περιοχές γίνεται δύσκολη τον χειμώνα.
  • Η αλλαγή του τόπου διαβίωσης μπορεί να επηρεάσει τα επιδόματα και τις φορολογικές υποχρεώσεις.
  • Τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας στοχεύουν στη βελτίωση της διαβίωσης των ευπαθών ομάδων.