δημοκρατία

ουσιαστικό

1. Πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο η νομιμοποίηση της εξουσίας προέρχεται από τον λαό, ο οποίος ασκεί το δικαίωμα επιλογής αντιπροσώπων και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων μέσω ελεύθερων, ίσων και περιοδικών εκλογών, με σεβασμό στο κράτος δικαίου και στους θεσμούς που διασφαλίζουν λογοδοσία και πλουραλισμό.

Συνώνυμα

λαοκρατία λαϊκοκρατία πολιτεία πολίτευμα κοινοβουλευτισμός κοινοβουλευτία κοινοπολιτεία κράτος σύστημα ρεπουμπλίκα δημοκρατούλα χώρα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δημοκρατία βασίζεται στην ελευθερία του λόγου και στη συμμετοχή των πολιτών.
  • Οι μεταρρυθμίσεις ενίσχυσαν τη δημοκρατία στη χώρα.
  • Η προστασία της δημοκρατίας είναι ευθύνη όλων.
  • Σε πολλές δημοκρατίες οι πολίτες ψηφίζουν τακτικά και ελέγχουν την εξουσία.
  • Η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη· χρειάζεται διαρκή φροντίδα και σεβασμό στους θεσμούς.