δεσποινίς

ουσιαστικό

Τίτλος ή προσφώνηση για γυναίκα, συνήθως νεαρή ή παραδοσιακά ανύπαντρη, που χρησιμοποιείται ως ευγενική ή τυπική μορφή απεύθυνσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δεσποινίς εισήλθε στην αίθουσα με αξιοπρέπεια.
  • Ο υπάλληλος απευθύνθηκε στη δεσποινίς με ευγένεια.
  • Στο επίσημο πρωτόκολλο αναγράφηκε δεσποινίς Παπαδοπούλου.
  • Στο μυθιστόρημα, η δεσποινίς συμβολίζει την ανεξαρτησία της ηρωίδας.
  • δεσποινίς, παρακαλώ περάστε στο γραφείο.