δεσμευτικός
επίθετοΠου δεσμεύει νομικά ή ηθικά ένα πρόσωπο, μια πλευρά ή μια απόφαση, ώστε να πρέπει να τηρηθεί.
Συνώνυμα
υποχρεωτικός αναγκαστικός υποχρεωμένος επιβεβλημένος οριστικός περιοριστικός τελεσίδικος επιτακτικός δεσμευμένος βέβαιος υποσχετικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμφωνία που υπέγραψαν είναι δεσμευτική για τις δύο πλευρές.
- Ο κανονισμός αυτός είναι δεσμευτικός και πρέπει να εφαρμοστεί.
- Η απόφαση του δικαστηρίου θεωρήθηκε δεσμευτική για όλους τους εμπλεκόμενους.
- Το ψήφισμα δεν είναι νομικά δεσμευτικό, αλλά έχει μεγάλη πολιτική σημασία.
- Πριν ανακοινώσεις κάτι δημόσια, φρόντισε να μην είναι δεσμευτικό.