γούστο
ουσιαστικό1. Η αίσθηση της γεύσης που αντιλαμβάνεται το στόμα από τροφές και ποτά.
2. Προσωπική προτίμηση ή κριτήριο επιλογής σε αισθητικά, πολιτιστικά ή καθημερινά ζητήματα (ενδυμασία, τέχνες, διακόσμηση, φαγητό κ.ά.).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γούστο σου είναι κλασικό και διαχρονικό.
- Διακόσμησε το σπίτι με γούστο.
- Αυτό το τραγούδι δεν είναι στο γούστο μου.
- Το φαγητό έχει έντονο γούστο λεμονιού.
- Έχει γούστο που ήρθε ακριβώς την ώρα που φεύγαμε.
- Έχεις πολύ γούστο στις επιλογές ρούχων σου.