γηραιός
επίθετο1. Που έχει προχωρημένη ηλικία ή πολλά έτη ζωής.
2. Που εμφανίζει σημάδια παλαιότητας ή φθοράς λόγω του χρόνου.
3. Που εμπνέει σεβασμό ή αναγνώριση λόγω της ηλικίας, της πείρας ή της ιστορικής αξίας.
Συνώνυμα
ηλικιωμένος γερασμένος γέρος πρεσβύτερος γέρικος γέρακας παππούς παππούλης γηραλέος παλαιός παλιός ώριμος παμπάλαιος αρχαίος παλαιότατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γηραιός άνδρας περπατά αργά στο πάρκο.
- Η γηραιά γυναίκα διηγήθηκε ιστορίες από τη νεότητά της.
- Το γηραιό δέντρο στην πλατεία προσφέρει σκιά όλο το καλοκαίρι.
- Οι γηραιοί δάσκαλοι τιμήθηκαν για την πολυετή προσφορά τους.
- Το γηραιό πανεπιστήμιο έχει πλούσια βιβλιοθήκη και παραδόσεις.