βρισιά
ουσιαστικόΛέξη ή φράση προσβλητικού, χυδαίου ή ανάρμοστου περιεχομένου που χρησιμοποιείται για να προσβάλει, να ταπεινώσει ή να εκφράσει έντονη απέχθεια και οργή προς κάποιον ή κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός της είπε μια βρισιά όταν του έκλεισε το δρόμο.
- Είπε μια βρισιά από οργή όταν έσπασε το ποτήρι.
- Η βρισιά που άκουσα στο μετρό με ενόχλησε.
- Σκέφτηκε την βρισιά αλλά δεν την είπε.
- Μερικοί χρησιμοποιούν τη βρισιά σαν έκφραση ανακούφισης, χωρίς πρόθεση προσβολής.