βεβαιότατα
επίρρημαΔηλώνει ότι κάτι ισχύει με πολύ μεγάλη βεβαιότητα ή σιγουριά, χωρίς ουσιαστική αμφιβολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λύση στο πρόβλημα είναι βεβαιότατα πιο περίπλοκη από ό,τι νομίζαμε.
- Μπορείς βεβαιότατα να βασιστείς πάνω του σε αυτή την κρίση.
- Οι επιστήμονες συμφωνούν βεβαιότατα ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα.
- Αν δουλέψουμε μαζί, θα πετύχουμε βεβαιότατα τους στόχους.
- Δεν νομίζω πως είναι καλή ιδέα, αλλά βεβαιότατα θα το συζητήσω μαζί του.