βασικός
επίθετο1. Που αποτελεί τη βάση ή το θεμέλιο ενός συνόλου, μιας ιδέας ή μιας δομής και είναι απαραίτητο για τη λειτουργία ή την υποστήριξή του.
2. Που έχει μεγαλύτερη σημασία ή ρόλο σε σχέση με άλλα στοιχεία του ίδιου συνόλου.
Συνώνυμα
κύριος πρωταρχικός πρωτεύων θεμελιώδης θεμελιακός κεφαλαιώδης ουσιώδης ουσιαστικός στοιχειώδης θεμέλιος κεντρικός απαραίτητος αναγκαίος ριζικός πρωτογενής αρχικός καίριος καθοριστικός κυριότερος απλός κλασικός συνηθισμένος μπασικός πρωτοβάθμιος απλοϊκός ζωτικός κομβικός σημαντικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασικός λόγος για την απόφαση ήταν τα οικονομικά.
- Η βασική αρχή της δημοκρατίας είναι ο σεβασμός των δικαιωμάτων.
- Το διάλυμα είναι βασικό (pH > 7).
- Οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου περιλαμβάνουν τροφή, στέγη και ασφάλεια.
- Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία είναι η διατροφή και η άσκηση.