αφορμή
ουσιαστικό1. Κάτι, λόγος ή περιστατικό που προκαλεί την έναρξη ή την εκδήλωση μιας πράξης, αντίδρασης ή κατάστασης.
2. Εξωτερική περίσταση ή γεγονός που παρέχει ευκαιρία ή κίνητρο για συζήτηση, δράση ή αξιολόγηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αφορμή για την παραίτησή του ήταν η διαφωνία με τη διοίκηση.
- Βρήκα την κατάλληλη αφορμή να της μιλήσω στο πάρτι.
- Η ανακοίνωση έδωσε αφορμή για έντονες συζητήσεις.
- Ένα μικρό περιστατικό αποτέλεσε αφορμή για ευρύτερες αλλαγές.
- Το γεγονός ήταν η αφορμή για να διοργανώσουμε μια εκδήλωση μνήμης.