αυτοκρατορία

ουσιαστικό

1. Μεγάλο πολιτικό κράτος με κεντρική εξουσία υπό έναν αυτοκράτορα ή απόλυτο ηγεμόνα, που συνήθως εκτείνεται σε πολλές περιοχές και πληθυσμούς.

2. Περιοχή ή πεδίο ευρείας κυριαρχίας ή επιρροής μιας εξουσίας, θεσμού ή ομάδας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αυτοκρατορία των Ρωμαίων κάλυπτε τεράστιες περιοχές.
  • Έχτισε μια αυτοκρατορία επιχειρήσεων από ένα μικρό κατάστημα.
  • Μετά την επέκτασή της, η αυτοκρατορία απέκτησε πολλά νέα εδάφη.
  • Στο μυθιστόρημα περιγράφεται μια φανταστική αυτοκρατορία στον γαλαξία.
  • Η αυτοκρατορία της μόδας έχει μεγάλη επιρροή στην καθημερινή ζωή.