αυταπάτη

ουσιαστικό

1. Ψευδής ή λανθασμένη πεποίθηση για τον εαυτό, τους άλλους ή την πραγματικότητα που διατηρείται παρά τα αντικειμενικά στοιχεία.

Συνώνυμα

αυτοαπάτη αυτοεξαπάτηση πλάνη ψευδαίσθηση φαντασίωση παραισθήση ψευδαίσθημα παραίσθηση οφθαλμαπάτη παραπλάνηση παραμύθι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αυταπάτη ότι θα πετύχει χωρίς προσπάθεια οδηγεί σε λανθασμένες επιλογές.
  • Μην ζεις στην αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι άλλοι επειδή το θες εσύ.
  • Η αυταπάτη ότι η οικονομική ανάπτυξη θα λύσει όλα τα κοινωνικά προβλήματα είναι επικίνδυνη.
  • Τελικά η αυταπάτη της αθανασίας διαλύεται με την ωριμότητα.
  • Η αυταπάτη που θρέφεις για τη σχέση σου σε εμποδίζει να δεις την πραγματικότητα.