ατόφιος
επίθετο1. Που είναι καθαρός, χωρίς ανάμειξη ή πρόσμιξη με άλλα υλικά ή ουσίες, ιδίως για μέταλλα και πολύτιμα μέταλλα.
2. Που διατηρείται στην αρχική, αμετάβλητη ή μη τροποποιημένη μορφή του, χωρίς παραποίηση ή αλλοίωση.
Συνώνυμα
γνήσιος ανόθευτος απρόσμικτος σκέτος καθαρός αμόλυντος αυθεντικός αναλλοίωτος αληθινός φυσικός γνήσιο ακέραιος ολόκληρος άθικτος ακατέργαστος πρωτότυπος καθαρόαιμος ολόκληρο
Αντώνυμα
νοθευμένος πλαστός ψεύτικος αναμεμιγμένος μιγμένος αραιωμένος αλλοιωμένος μολυσμένος συνθετικός ανακατεμένος πειραγμένος μισός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ατόφιος χρυσός δεν χρειάζεται επιμετάλλωση.
- Το ατόφιο μέλι έχει πιο έντονη γεύση.
- Την είδα να γελά με ατόφια χαρά.
- Το χειρόγραφο διασώθηκε ατόφιο παρά τις φθορές.
- Ήταν ένας ατόφιος άνθρωπος, χωρίς καμία υποκρισία.
- Το λάδι που αγοράσαμε ήταν ατόφιο και χωρίς πρόσθετα.