ατόπημα
ουσιαστικό1. Πράξη, παράλειψη ή έκφραση σε κοινωνικό ή επαγγελματικό πλαίσιο που θεωρείται ακατάλληλη ή άκομψη και προκαλεί αμηχανία, δυσαρέσκεια ή κριτική.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπουργός έκανε μεγάλο ατόπημα στη δήλωσή του και αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη.
- Το σχόλιό της στη δεξίωση ήταν κοινωνικό ατόπημα που δημιούργησε αμηχανία.
- Η καθυστέρηση στην υποβολή των εγγράφων θεωρήθηκε γραφειοκρατικό ατόπημα από τη διοίκηση.
- Ήταν απλώς ένα ατόπημα, δεν χρειάζεται να το μεγαλοποιούμε.
- Το κόμμα πλήρωσε το ατόπημα με απώλεια ψήφων στις επόμενες εκλογές.