ασφαλώς
επίρρημα1. Με τρόπο που εκφράζει βεβαιότητα ή επιβεβαίωση σε λόγο ή σκέψη, υποδηλώνοντας ότι κάτι θεωρείται αληθές ή αναμενόμενο.
2. Με τρόπο που παρέχει ή εξασφαλίζει ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή βλάβη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπορείς ασφαλώς να βασιστείς σε εμένα.
- Αν και δύσκολο, ασφαλώς θα τα καταφέρουμε.
- Τα παιδιά πέρασαν το δρόμο ασφαλώς.
- Εκείνος, ασφαλώς, γνώριζε την απάντηση.
- Ασφαλώς και θα έρθω το βράδυ.