ασπίδα
ουσιαστικό1. Φορητό ή σταθερό αντικείμενο, συνήθως επίπεδο ή κυρτό και κατασκευασμένο από ανθεκτικά υλικά, που προορίζεται να προστατεύει πρόσωπο ή σώμα από χτυπήματα, βλήματα ή άλλες επιθετικές ενέργειες.
Συνώνυμα
ασπίς θυρεός θώρακας θωράκισμα προφύλαξη προστασία προφυλακτήρας οθόνη άμυνα θωράκιση προστατευτικό κέλυφος κάλυμμα σκεπή ομπρέλα επικάλυμμα ανάχωμα φραγμός μάσκα υπεράσπιση προφυλακτικό πανοπλία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιππότης σήκωσε την ασπίδα για να αποκρούσει το βέλος.
- Ο γιατρός φόρεσε μια διαφανή ασπίδα προσώπου πριν την επέμβαση.
- Οι εμβολιασμοί δημιούργησαν μια ασπίδα προστασίας για τον πληθυσμό.
- Το firewall λειτουργεί σαν ασπίδα για τα προσωπικά μας δεδομένα.
- Το σύνταγμα λειτουργεί ως ασπίδα για τα ατομικά δικαιώματα.