ασαφώς

επίρρημα

1. Με τρόπο όχι σαφή ή ακριβή, χωρίς επαρκή καθαρότητα στην έκφραση, την πληροφορία ή τη μορφή.

2. Με τρόπο που αφήνει περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες ή αμφιβολίες, καθιστώντας δύσκολο τον προσδιορισμό συγκεκριμένης σημασίας ή πρόθεσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οδηγός περιέγραψε το περιστατικό ασαφώς, και δεν αποκάλυψε τίποτα ουσιαστικό.
  • Το μήνυμα ήταν ασαφώς διατυπωμένο και δημιούργησε παρεξηγήσεις.
  • Η μουσική ακουγόταν ασαφώς από το διπλανό δωμάτιο.
  • Κατά τη συνέντευξη, απάντησε ασαφώς, αποφεύγοντας τις ευθείες ερωτήσεις.
  • Τα όρια του προγράμματος ορίστηκαν ασαφώς, με αποτέλεσμα σύγχυση στην ομάδα.