αρπακτικό

ουσιαστικό

Ζώο που κυνηγά και συλλαμβάνει άλλα ζώα για τροφή, διαθέτοντας ειδικές προσαρμογές όπως νύχια, δόντια ή ράμφος.

Συνώνυμα

θηρευτής κυνηγός αετός γεράκι γύπας κουκουβάγια κιρκινέζι θηρευτικός σαρκοβόρος σαρκοφάγος αρπαχτικός ληστρικός εκμεταλλευτικός τίγρη καρχαρίας αδηφάγος απληστής επιθετικός θηρίο τετράποδο λύκος λιοντάρι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αρπακτικό πέταξε χαμηλά και άρπαξε το θήραμά του.
  • Το γεράκι είναι ένα αρπακτικό με εξαιρετική όραση.
  • Στο οικοσύστημα, το αρπακτικό διατηρεί την ισορροπία των πληθυσμών.
  • Τον αποκάλεσαν αρπακτικό γιατί αγόραζε ακίνητα και ανέβαζε αυθαίρετα τα ενοίκια.
  • Η επιθετική τακτική του παίκτη τον έκανε να φαίνεται σαν αρπακτικό στο γήπεδο.