γεράκι
ουσιαστικό1. Πτηνό αρπακτικό με κοφτερό ράμφος και νύχια, οξεία όραση και έντονη ικανότητα πτήσης, που συλλαμβάνει και τρέφεται με μικρότερα ζώα και πουλιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γεράκι προσγειώθηκε απαλά πάνω σε έναν βράχο.
- Ο εκπαιδευτής έμαθε στο γεράκι να επιστρέφει στο χέρι του.
- Τον περιέγραψαν ως γεράκι της διοίκησης, αυστηρό και αποφασιστικό.
- Στη σύνοδο, ο υπουργός φάνηκε γεράκι και στήριξε τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
- Οι πιλότοι αποκαλούσαν το μαχητικό τους γεράκι λόγω της ευελιξίας του.