πουλάκι
ουσιαστικό1. Μικρό πτηνό, συνήθως νεοσσός ή είδος με μικρό σωματικό μέγεθος, με φτερά και ράμφος και συχνά ικανότητα πτήσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουλάκι κελαηδάει στο κλαδί του δέντρου.
- Βρήκα ένα τραυματισμένο πουλάκι και το πήγα στον κτηνίατρο.
- Έλα εδώ, πουλάκι μου, όλα θα πάνε καλά.
- Μου είπε ένα πουλάκι ότι θα πάρουν την απόφαση σήμερα.
- Μην είσαι πουλάκι, πες ελεύθερα τη γνώμη σου.