αραιωμένος

επίθετο

1. Που έχει μειωμένη συγκέντρωση ουσίας σε υγρό ή άλλο μέσο λόγω προσθήκης διαλύτη ή μείωσης της αρχικής ποσότητας.

2. Που εμφανίζεται σε μικρή πυκνότητα, με αραιή κατανομή στοιχείων ή ατόμων σε χώρο ή χρόνο.

Συνώνυμα

αραιός νερωμένος νεράτος λεπτός υδαρής υδατώδης εξασθενημένος αποδυναμωμένος ψιλός διάλυμένος αδύναμος ισχνός σπανός σποραδικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χυμός είναι αραιωμένος, γι' αυτό δεν έχει έντονη γεύση.
  • Ο καφές που σερβίρανε ήταν αραιωμένος και ζήτησα άλλο φλιτζάνι.
  • Ο ορός που προετοίμασαν για τη θεραπεία ήταν αραιωμένος σύμφωνα με τις οδηγίες.
  • Ο πληθυσμός της επαρχίας είναι αραιωμένος μετά τη μετανάστευση των νέων.
  • Ο ήχος από το μεγάφωνο ήταν αραιωμένος και δεν ακουγόταν καθαρά.