απόγευμα
ουσιαστικόΧρονική περίοδος της ημέρας που έπεται του μεσημεριού και προηγείται του βραδιού, συνήθως από το τέλος του μεσημεριανού χρόνου έως την έναρξη του σούρουπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το απόγευμα είναι πιο ήσυχο και με βοηθά να συγκεντρωθώ.
- Θα έρθω στο γραφείο το απόγευμα.
- Κάθε απόγευμα βγάζω βόλτα τον σκύλο.
- Ένα απόγευμα βρήκα έναν παλιό φίλο στον δρόμο.
- Το απόγευμα του Σαββάτου θα πάμε σινεμά.