απογευματινό

επίθετο

1. Που σχετίζεται με το απόγευμα ή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά το μεσημέρι και πριν το βράδυ.

2. Που γίνεται, προγραμματίζεται ή προορίζεται να λάβει χώρα κατά το απόγευμα.

Συνώνυμα

απογευματινός απομεσημβρινό απομεσήμερο σνακ κολατσιό μεσημβρινό βραδινό απόγευμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το απογευματινό πρόγραμμα της τηλεόρασης ξεκινά στις έξι.
  • Σερβίραμε απογευματινό τσάι στους καλεσμένους.
  • Φόρεσε ένα απογευματινό φόρεμα για την εκδήλωση.
  • Το απογευματινό δελτίο ειδήσεων μετέδωσε σημαντικές ανακοινώσεις.
  • Το απογευματινό στο γραφείο είναι πάντα πιο ήσυχο.