απρόσκοπτα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν συναντά εμπόδια ή παρεμβολές, χωρίς διακοπή στην πορεία ή στη λειτουργία.
2. Με τρόπο που επιτρέπει την ολοκλήρωση μιας ενέργειας ή διαδικασίας χωρίς αναστολές ή περιορισμούς.
Συνώνυμα
ανεμπόδιστα απροβλημάτιστα ανενόχλητα ομαλά αδιατάρακτα απερίσπαστα εύκολα αδιάλειπτα μονίμως αδιαλείπτως αβίαστα ελεύθερα άνετα αψεγάδιαστα αβασάνιστα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαδικασία ολοκληρώθηκε απρόσκοπτα μέσα σε λίγα λεπτά.
- Το σύστημα λειτουργεί απρόσκοπτα όλη την ημέρα.
- Η συνεργασία μεταξύ των δύο ομάδων κύλησε απρόσκοπτα.
- Χάρη στην καλή οργάνωση, η εκδήλωση συνεχίστηκε απρόσκοπτα.
- Το έργο προχωρά απρόσκοπτα χωρίς καθυστερήσεις.