απρόσδεκτος

επίθετο

1. Που προκαλεί άρνηση ή απομάκρυνση από άτομα ή ομάδες, με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτή η παρουσία ή η συμμετοχή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ξάδερφός του ήταν απρόσδεκτος στην οικογενειακή συγκέντρωση.
  • Η επίσκεψη της εταιρείας κρίθηκε απρόσδεκτη λόγω των ευαίσθητων αρχείων.
  • Τα απρόσδεκτα σχόλια κάτω από το άρθρο προκάλεσαν ένταση.
  • Η διακοπή ρεύματος δημιούργησε απρόσδεκτα προβλήματα στη λειτουργία του νοσοκομείου.
  • Οι απρόσδεκτοι επισκέπτες απομακρύνθηκαν από το προσωπικό ασφαλείας.